Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Glycerol
01
γλυκερόλη, γλυκερίνη
a simple alcohol compound that is a component of triglycerides, commonly found in fats and oils
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
In the body, enzymes break down triglycerides into glycerol and fatty acids.
Στο σώμα, τα ένζυμα διασπούν τα τριγλυκερίδια σε γλυκερόλη και λιπαρά οξέα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
glycerolize
glycerol



























