glyph
glyph
glɪf
glif
whiffsniffspiffquiff

Ορισμός και σημασία του "glyph"στα αγγλικά

01

γλυφή, διακοσμητικό σύμβολο

a decorative element or symbol carved or inscribed onto a surface 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
glyphs
02

γλυφή, γραφικός χαρακτήρας

a specific graphical representation or shape of a character or symbol within a writing system 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

triglyph
glyph
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store