Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Absenteeism
01
απουσιολογία
the habitual or prolonged absence of individuals from their duties or obligations, typically without valid reasons
Παραδείγματα
The HR department conducted a survey to identify the underlying causes of absenteeism among staff and develop strategies to mitigate its impact.
Το τμήμα Ανθρώπινου Δυναμικού διεξήγαγε μια έρευνα για τον εντοπισμό των υποκείμενων αιτιών της απουσίας μεταξύ του προσωπικού και την ανάπτυξη στρατηγικών για τη μετριασμό της επίπτωσής της.
Λεξικό Δέντρο
absenteeism
absentee



























