Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Glutton
01
λαίμαργος, musteline θηλαστικό της βόρειας Ευρασίας
musteline mammal of northern Eurasia
02
λαίμαργος, γαστρίμαργος
a person who excessively eats and drinks
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gluttons
Παραδείγματα
The festival was a paradise for gluttons, offering a vast array of dishes from all over the world.
Το φεστιβάλ ήταν ένας παράδεισος για τους λαίμαργους, προσφέροντας μια μεγάλη ποικιλία πιάτων από όλο τον κόσμο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
gluttonize
gluttonous
glutton



























