to glug
Pronunciation
/ɡlˈʌɡ/

Ορισμός και σημασία του "glug"στα αγγλικά

to glug
01

χύνω με αστείο ήχο, γλουγλού

to pour a drink in a way that makes a funny sound
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
glug
γ΄ ενικό πρόσωπο
glugs
ενεστώτα μετοχή
glugging
απλός αόριστος
glugged
παθητική μετοχή
glugged
Παραδείγματα
The bartender skillfully glugged the beer into the mug.
Ο μπάρμαν έριξε επιδέξια την μπύρα στο κύπελλο με ένα αστείο ήχο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store