glory
glo
ˈglɔ:
glaw
ry
ri
ri
glary

Ορισμός και σημασία του "glory"στα αγγλικά

01

δόξα, τιμή

the popularity, honor, and praise that a person receives as a result of a great success or act 
glory definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Winning the championship brought her great glory and recognition in the sports world. 

Η νίκη στο πρωτάθλημα της έφερε μεγάλη δόξα και αναγνώριση στον αθλητικό κόσμο.

02

δόξα, μεγαλοπρέπεια

brilliant, dazzling, or radiant beauty or magnificence 
Παραδείγματα
The sunset filled the sky with glory. 

Το ηλιοβασίλεμα γέμισε τον ουρανό με δόξα.

03

άλως, φωτοστέφανο

a halo or radiant circle of light depicted around the head of a saint or holy figure 
Παραδείγματα
The painting showed the saint with a golden glory. 

Ο πίνακας έδειχνε τον άγιο με μια χρυσή δόξα.

to glory
01

καυχιέμαι, χαίρομαι

to take great pride or delight in something, often with public display or satisfaction 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
glory
γ΄ ενικό πρόσωπο
glories
ενεστώτα μετοχή
glorying
απλός αόριστος
gloried
παθητική μετοχή
gloried
Παραδείγματα
She gloried in her team's success. 

Αυτή επηρρεάστηκε από την επιτυχία της ομάδας της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store