Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Glory
01
δόξα, τιμή
the popularity, honor, and praise that a person receives as a result of a great success or act
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Winning the championship brought her great glory and recognition in the sports world.
Η νίκη στο πρωτάθλημα της έφερε μεγάλη δόξα και αναγνώριση στον αθλητικό κόσμο.
02
δόξα, μεγαλοπρέπεια
brilliant, dazzling, or radiant beauty or magnificence
Παραδείγματα
The sunset filled the sky with glory.
Το ηλιοβασίλεμα γέμισε τον ουρανό με δόξα.
03
άλως, φωτοστέφανο
a halo or radiant circle of light depicted around the head of a saint or holy figure
Παραδείγματα
The painting showed the saint with a golden glory.
Ο πίνακας έδειχνε τον άγιο με μια χρυσή δόξα.
to glory
01
καυχιέμαι, χαίρομαι
to take great pride or delight in something, often with public display or satisfaction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
glory
γ΄ ενικό πρόσωπο
glories
ενεστώτα μετοχή
glorying
απλός αόριστος
gloried
παθητική μετοχή
gloried
Παραδείγματα
She gloried in her team's success.
Αυτή επηρρεάστηκε από την επιτυχία της ομάδας της.
Λεξικό Δέντρο
glorify
glorious
glory



























