glory
Pronunciation
/ˈɡlɔːri/

Ορισμός και σημασία του "glory"στα αγγλικά

01

δόξα, τιμή

the popularity, honor, and praise that a person receives as a result of a great success or act
glory definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her discovery of a new species of plant brought scientific glory and acclaim to her name.
Η ανακάλυψή της για ένα νέο είδος φυτού έφερε επιστημονική δόξα και αναγνώριση στο όνομά της.
02

δόξα, μεγαλοπρέπεια

brilliant, dazzling, or radiant beauty or magnificence
Παραδείγματα
She appeared in glory at the awards ceremony.
Εμφανίστηκε σε δόξα στην τελετή απονομής βραβείων.
03

άλως, φωτοστέφανο

a halo or radiant circle of light depicted around the head of a saint or holy figure
Παραδείγματα
Artists carefully painted the glory to signify holiness.
Οι καλλιτέχνες ζωγράφισαν προσεκτικά τη δόξα για να υποδηλώσουν αγιότητα.
to glory
01

καυχιέμαι, χαίρομαι

to take great pride or delight in something, often with public display or satisfaction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
glory
γ΄ ενικό πρόσωπο
glories
ενεστώτα μετοχή
glorying
απλός αόριστος
gloried
παθητική μετοχή
gloried
Παραδείγματα
The author gloried in the critical acclaim of her novel.
Η συγγραφέας επιδοξαζόταν από την κριτική αναγνώριση του μυθιστορήματός της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store