glossary
Pronunciation
/ˈɡɫɔsɝi/

Ορισμός και σημασία του "glossary"στα αγγλικά

01

γλωσσάριο, λεξιλόγιο

a list of technical terms or jargons of a particular field or text, provided in alphabetical order with an explanation for each one
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glossaries
Παραδείγματα
The glossary not only defines terms but also provides examples of how to use them in sentences.
Το λεξιλόγιο όχι μόνο ορίζει τους όρους αλλά παρέχει και παραδείγματα χρήσης τους σε προτάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store