Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
glorified
01
δοξασμένος, υπερτιμημένος
given an exaggerated or excessively favorable view, often elevating something to a higher status than it deserves
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most glorified
συγκριτικός βαθμός
more glorified
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The glorified image of the hero in the movie did not reflect the true events.
Η δοξασμένη εικόνα του ήρωα στην ταινία δεν αντικατόπτριζε τα πραγματικά γεγονότα.
Λεξικό Δέντρο
glorified
glorify
glory



























