Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to globe-trot
01
ταξιδεύω σε όλο τον κόσμο, περιηγούμαι τον κόσμο
to travel extensively and visit various places around the world
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
globe-trot
γ΄ ενικό πρόσωπο
globe-trots
ενεστώτα μετοχή
globe-trotting
απλός αόριστος
globe-trotted
παθητική μετοχή
globe-trotted
Παραδείγματα
The diplomat's career required him to globe-trot.
Η καριέρα του διπλωμάτη απαιτούσε να ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο.



























