gloam
gloam
gloʊm
γκλουμ
/ɡlˈə‍ʊm/

Ορισμός και σημασία του "gloam"στα αγγλικά

01

σούρουπο, λοιπός

the time just after sunset, when the light is fading
gloam definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
In the gloam, the outlines of the hills blended into the horizon.
Στο σούρουπο, τα περιγράμματα των λόφων συνενώθηκαν με τον ορίζοντα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store