Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gloam
01
σούρουπο, λοιπός
the time just after sunset, when the light is fading
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The village appeared peaceful in the soft gloam of the evening.
Το χωριό φαινόταν γαλήνιο στη μαλακή λιακάδα του βραδιού.



























