to glimpse
glimpse
glɪmps
glimps

Ορισμός και σημασία του "glimpse"στα αγγλικά

to glimpse
01

βλέπω στιγμιαία, διακρίνω φευγαλέα

to see someone or something briefly, without getting a clear or complete view of it 
Transitive: to glimpse sth
to glimpse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
glimpse
γ΄ ενικό πρόσωπο
glimpses
ενεστώτα μετοχή
glimpsing
απλός αόριστος
glimpsed
παθητική μετοχή
glimpsed
Παραδείγματα
I have glimpsed the rare comet in the night sky. 
01

ματιά, κλεφτή ματιά

a quick look 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glimpses
02

ματιά, στιγμιαία θέα

a quick or partial view of something, often fleeting or incomplete 
Παραδείγματα
She caught a glimpse of the sunset through the trees before it disappeared below the horizon. 

Έπιασε μια glimpse του ηλιοβασιλέματος μέσα από τα δέντρα πριν εξαφανιστεί κάτω από τον ορίζοντα.

03

ματιά, αόριστη ένδειξη

a vague indication 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store