Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to glimpse
01
διακρίνω, βλέπω
to see something or someone for a short moment of time, often without getting a full or detailed view of it
Transitive: to glimpse sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
glimpse
γ΄ ενικό πρόσωπο
glimpses
ενεστώτα μετοχή
glimpsing
απλός αόριστος
glimpsed
παθητική μετοχή
glimpsed
Παραδείγματα
She glimpsed a familiar face in the crowded market.
Είδε στιγμιαία ένα γνωστό πρόσωπο στο γεμάτο πλήθος παζάρι.
Glimpse
01
ματιά, κλεφτή ματιά
a quick look
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glimpses
02
ματιά, στιγμιαία θέα
a quick or partial view of something, often fleeting or incomplete
Παραδείγματα
I caught a glimpse of her face in the crowd before she disappeared into the crowd.
Είδα μια γρήγορη ματιά στο πρόσωπό της στο πλήθος πριν εξαφανιστεί στο πλήθος.
03
ματιά, αόριστη ένδειξη
a vague indication



























