glazier
Pronunciation
/ˈɡɫeɪziɝ/

Ορισμός και σημασία του "glazier"στα αγγλικά

01

υαλοπώλης, υαλοθέτης

a skilled tradesperson who specializes in cutting, installing, and replacing glass in various types of windows, doors, mirrors, and other architectural or decorative applications
glazier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glaziers
Παραδείγματα
Glaziers play a crucial role in maintaining the safety, functionality, and aesthetic appeal of buildings by providing expert glass-related services.
Οι υαλοπώλες παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση της ασφάλειας, της λειτουργικότητας και της αισθητικής έκφρασης των κτιρίων, παρέχοντας ειδικευμένες υπηρεσίες που σχετίζονται με το γυαλί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store