Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Absentee
01
απών, απουσιάζων
someone who is not present at school, work, etc. when they are supposed to be
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
absentees
Παραδείγματα
The election results were affected by thousands of absentees who did n't vote.
Τα αποτελέσματα των εκλογών επηρεάστηκαν από χιλιάδες απώντες που δεν ψήφισαν.
Λεξικό Δέντρο
absenteeism
absentee



























