gladness
glad
ˈglæd
γκλαιντ
ness
nəs
νασ
glumnessgluiness

Ορισμός και σημασία του "gladness"στα αγγλικά

01

χαρά, ευτυχία

the feeling of joy, happiness, or pleasure 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Her face lit up with gladness upon receiving the unexpected gift from her friend. 

Το πρόσωπό της φωτίστηκε με χαρά όταν έλαβε το απροσδόκητο δώρο από τη φίλη της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

gladness
glad
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store