glacier
gla
ˈglæ
γκλαι
cier
siə
σια
glazier

Ορισμός και σημασία του "glacier"στα αγγλικά

01

παγετώνας, μόνιμος πάγος

a large mass of ice that forms over long periods of time, especially in polar regions or high mountains 
glacier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
glaciers
Παραδείγματα
Scientists study glaciers to understand the effects of climate change on ice melt and sea-level rise. 

Οι επιστήμονες μελετούν τους παγετώνες για να κατανοήσουν τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην τήξη του πάγου και την άνοδο της στάθμης της θάλασσας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store