Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Giving up
01
παραίτηση, αποχή
a verbal act of admitting defeat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
giving ups
02
παραίτηση
the act of forsaking
LanGeek



























