given
Pronunciation
/ˈɡɪvən/, /ˈɡɪvɪn/

Ορισμός και σημασία του "given"στα αγγλικά

01

δεδομένος, καθορισμένος

stated or specified; acknowledged or supposed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They adapted quickly to the given constraints of the project.
Προσαρμόστηκαν γρήγορα στους δεδομένους περιορισμούς του έργου.
02

κλίνων, ρεπτικός

(usually followed by `to') naturally disposed toward
01

δεδομένο, υπόθεση

an assumption that is taken for granted
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
givens
01

δεδομένου, λαμβάνοντας υπόψη

used to indicate that something is provided or accepted as a basis for a particular situation or argument
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The project 's success is uncertain, given the limited resources available.
Η επιτυχία του έργου είναι αβέβαιη, δεδομένων των περιορισμένων διαθέσιμων πόρων.

Λεξικό Δέντρο

givenness
given
give
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store