Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to antecede
01
προηγούμαι, προλαμβάνω
to happen or come before something else in a sequence, order, or arrangement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
antecede
γ΄ ενικό πρόσωπο
antecedes
ενεστώτα μετοχή
anteceding
απλός αόριστος
anteceded
παθητική μετοχή
anteceded
Παραδείγματα
Dream analysis in psychotherapy seeks to understand what events may have anteceded troubling nightmares.
Η ανάλυση των ονείρων στην ψυχοθεραπεία επιδιώκει να κατανοήσει ποια γεγονότα μπορεί να προηγήθηκαν των ανησυχητικών εφιάλτων.
Λεξικό Δέντρο
antecedence
antecedent
antecedent
antecede



























