Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to antecede
01
προηγούμαι, προλαμβάνω
to happen or come before something else in a sequence, order, or arrangement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
antecede
γ΄ ενικό πρόσωπο
antecedes
ενεστώτα μετοχή
anteceding
απλός αόριστος
anteceded
παθητική μετοχή
anteceded
Παραδείγματα
Economic indicators that reliably antecede recessions help forecasters predict downturns.
Οι οικονομικοί δείκτες που προηγούνται αξιόπιστα των ύφεσεων βοηθούν τους προγνωστικούς να προβλέπουν τις πτώσεις.
Λεξικό Δέντρο
antecedence
antecedent
antecedent
antecede



























