Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ante
01
ante, αρχικό στοίχημα
(poker) a small forced bet that all players must make before the start of a hand, usually a percentage of the minimum bet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
antes
to ante
01
ποντάρω, άντε
to contribute a specified amount of money before a card game, poker hand, or other gambling activity begins
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ante
γ΄ ενικό πρόσωπο
antes
ενεστώτα μετοχή
anteing
απλός αόριστος
anted
παθητική μετοχή
anted
Παραδείγματα
Over the years, I have anted countless times in various card games.
Με τα χρόνια, έχω βάλει πόντο αμέτρητες φορές σε διάφορα παιχνίδια με χαρτιά.



























