Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Abseil
01
κατέβασμα με σχοινί, απόκλιση
a sport that involves descending a vertical surface, such as a rock face or a building, using a rope and specialized equipment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
abseils
Παραδείγματα
She enjoyed the thrill of the abseil, especially from great heights.
Απολάμβανε τη συγκίνηση της κατάβασης με σχοινί, ειδικά από μεγάλα ύψη.
to abseil
01
κατεβαίνω με σχοινί
descend by means of a rappel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
abseil
γ΄ ενικό πρόσωπο
abseils
ενεστώτα μετοχή
abseiling
απλός αόριστος
abseiled
παθητική μετοχή
abseiled



























