abseil
ab
ˈæb
αιμπ
seil
seɪl
σειλ
/ˈæbse‍ɪl/

Ορισμός και σημασία του "abseil"στα αγγλικά

01

κατέβασμα με σχοινί, απόκλιση

a sport that involves descending a vertical surface, such as a rock face or a building, using a rope and specialized equipment
abseil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
abseils
Παραδείγματα
The steep rock face provided a challenging abseil for experienced climbers.
Η απότομη βραχώδης πλαγία προσέφερε μια προκλητική κατάβαση με σχοινί για έμπειρους αναρριχητές.
to abseil
01

κατεβαίνω με σχοινί

descend by means of a rappel
to abseil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
abseil
γ΄ ενικό πρόσωπο
abseils
ενεστώτα μετοχή
abseiling
απλός αόριστος
abseiled
παθητική μετοχή
abseiled
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store