gigot
gi
ˈʒi:
zhi
got
gɒt
got
bigotspigotfrigate

Ορισμός και σημασία του "gigot"στα αγγλικά

01

αρνίσιο πόδι

the leg of a lamb or an adult sheep that is eaten as food 
gigot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gigots
Παραδείγματα
She prepared a gourmet gigot of chicken, stuffed with herbs and wrapped in bacon. 

Προετοίμασε ένα γίγο γκουρμέ κοτόπουλου, γεμιστό με βότανα και τυλιγμένο με μπέικον.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store