Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gig
01
συναυλία, παράσταση
a performance of live music, comedy, or other entertainment, usually by one or more performers in front of an audience
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gigs
Παραδείγματα
The band played a fantastic gig at the local club last night.
Η μπάντα έπαιξε μια φανταστική συναυλία στο τοπικό κλαμπ χθες το βράδυ.
02
γκιγκ, ελαφρύ αγωνιστικό κωπήλατο σκάφος
a long, light rowing boat, often used for racing
Παραδείγματα
The team trained in a racing gig every morning.
Η ομάδα προπονούνταν σε ένα αγωνιστικό gig κάθε πρωί.
03
ένα ελαφρύ, δίτροχο άμαξα που τραβιέται από άλογα
a light, two-wheeled horse-drawn carriage designed for one or two people
Παραδείγματα
The farmer drove his gig to town every morning.
Ο αγρότης οδηγούσε το gig του στην πόλη κάθε πρωί.
04
βάρκα, λεντσο
a small, light boat used as a tender for a larger vessel, often for the captain's personal use
Παραδείγματα
The captain traveled to shore in his gig.
Ο καπετάνιος ταξίδεψε στην ακτή με το ελαφρύ σκάφος του.
05
αλιευτικό δόρυ, καμάκι αλιείας
a fishing spear with a shaft and barbed point used to catch fish
Παραδείγματα
He caught a large catfish with a gig.
Έπιασε ένα μεγάλο γατόψαρο με ένα καμάκι.



























