Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
giddy
01
ζαλισμένος, ιλιγγιώδης
feeling dizzy or lightheaded
Παραδείγματα
She stood up too quickly and felt giddy, needing to sit back down to steady herself.
Σηκώθηκε πολύ γρήγορα και αισθάνθηκε ζάλη, χρειάστηκε να ξανακαθήσει για να ηρεμήσει.
02
ζαλισμένος, ευφορικός
characterized by a lighthearted and uncontrolled demeanor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
giddiest
συγκριτικός βαθμός
giddier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After receiving the unexpected good news, she became giddy with joy, laughing and dancing around the room.
Αφού έλαβε τα απρόσμενα καλά νέα, έγινε ζαλισμένη από τη χαρά, γελάζοντας και χορεύοντας γύρω από το δωμάτιο.



























