Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
giddy
01
ζαλισμένος, ιλιγγιώδης
feeling dizzy or lightheaded
Παραδείγματα
The medication made her feel giddy, so she had to be careful when standing up.
Το φάρμακο την έκανε να νιώσει ζάλη, έτσι έπρεπε να είναι προσεκτική όταν σηκωνόταν.
02
ζαλισμένος, ευφορικός
characterized by a lighthearted and uncontrolled demeanor
Παραδείγματα
The unexpected compliment left her feeling giddy and buoyant for the rest of the day.
Το απροσδόκητο κομπλιμέντο την άφησε ζαλισμένη και ευφορική για το υπόλοιπο της ημέρας.



























