gibe
Pronunciation
/ˈdʒaɪb/

Ορισμός και σημασία του "gibe"στα αγγλικά

01

χλευασμός, ειρωνεία

an aggressive remark directed at a person like a missile and intended to have a telling effect
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gibes
to gibe
01

χλευάζω, περιπαίζω

to make fun of someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gibe
γ΄ ενικό πρόσωπο
gibes
ενεστώτα μετοχή
gibing
απλός αόριστος
gibed
παθητική μετοχή
gibed
Παραδείγματα
The bullies would often gibe at the younger students, making them feel small.
Οι νταήδες συχνά χλεύαζαν τους μικρότερους μαθητές, κάνοντάς τους να νιώθουν μικροί.
02

συμφωνώ, ανταποκρίνομαι

be compatible, similar or consistent; coincide in their characteristics

Λεξικό Δέντρο

gibelike
gibe
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store