absconder
abs
ˈəbs
ēbs
con
kɒn
kon
der

Ορισμός και σημασία του "absconder"στα αγγλικά

01

δραπέτης, φυγάς

a person who secretly escapes or flees, typically to avoid arrest, legal prosecution, or other legal obligations 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
absconders
Παραδείγματα
As an absconder, he lived under false identities to avoid prosecution for his crimes. 

Ως δραπέτης, έζησε με ψεύτικες ταυτότητες για να αποφύγει τη δίωξη για τα εγκλήματά του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

absconder
abscond
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store