Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Absconder
01
δραπέτης, φυγάς
a person who secretly escapes or flees, typically to avoid arrest, legal prosecution, or other legal obligations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
absconders
Παραδείγματα
The absconder managed to evade law enforcement for years, hiding in remote locations.
Ο δραπέτης κατάφερε να αποφύγει την επιβολή του νόμου για χρόνια, κρυβόμενος σε απομακρυσμένες τοποθεσίες.
Λεξικό Δέντρο
absconder
abscond



























