ghrelin
ghre
ˈgrɛ
γκρε
lin
lɪn
λιν

Ορισμός και σημασία του "ghrelin"στα αγγλικά

01

γρελίνη, ορμόνη πείνας

a hormone produced mainly by the stomach that stimulates appetite and regulates hunger 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ghrelins
Παραδείγματα
Ghrelin levels typically rise before meals, signaling the body's need for food. 

Τα επίπεδα της γρελίνης συνήθως αυξάνονται πριν από τα γεύματα, σηματοδοτώντας την ανάγκη του σώματος για τροφή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store