geyser
gey
ˈgaɪ
gai
ser
kaiserincisordivisoradvisor

Ορισμός και σημασία του "geyser"στα αγγλικά

01

θερμοπίδακας, φυσική θερμή πηγή που εκρήγνυται περιοδικά

a natural hot spring that periodically erupts with a column of boiling water and steam due to underground volcanic activity 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
geysers
Παραδείγματα
Old Faithful in Yellowstone National Park is one of the most famous geysers, erupting regularly with impressive displays. 

Το Old Faithful στο Εθνικό Πάρκο Yellowstone είναι ένα από τα πιο διάσημα θερμά νερά, που εκρήγνυται τακτικά με εντυπωσιακές εκδηλώσεις.

to geyser
01

ξεχύνομαι, εκτοξεύομαι

to gush or overflow suddenly and forcefully like a geyser 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
geyser
γ΄ ενικό πρόσωπο
geysers
ενεστώτα μετοχή
geysering
απλός αόριστος
geysered
παθητική μετοχή
geysered
Παραδείγματα
Water geysered from the broken pipe into the street. 

Το νερό ξεχύθηκε από το σπασμένο σωλήνα στο δρόμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store