Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Getaway
01
απόδραση, διαφυγή
a quick escape, especially after committing a crime
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
getaways
02
ικανότητα για γρήγορη επιτάχυνση, ταχύτητα επιτάχυνσης
the attribute of being capable of rapid acceleration
Λεξικό Δέντρο
getaway
get
away



























