getaway
Pronunciation
/ˈɡɛtəˌweɪ/

Ορισμός και σημασία του "getaway"στα αγγλικά

01

απόδραση, διαφυγή

a quick escape, especially after committing a crime
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
getaways
Παραδείγματα
The suspect 's carefully planned getaway was interrupted by unexpected police presence.
Η προσεκτικά σχεδιασμένη απόδραση του υπόπτου διακόπηκε από την απροσδόκητη παρουσία της αστυνομίας.
02

ικανότητα για γρήγορη επιτάχυνση, ταχύτητα επιτάχυνσης

the attribute of being capable of rapid acceleration

Λεξικό Δέντρο

getaway

get

+

away

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store