Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get about
[phrase form: get]
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
about
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get about
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets about
ενεστώτα μετοχή
getting about
απλός αόριστος
got about
παθητική μετοχή
got about
Παραδείγματα
With her job as a flight attendant, Jane gets about quite a bit and visits numerous countries.
Με τη δουλειά της ως αεροσυνοδός, η Jane κινείται αρκετά και επισκέπτεται πολλές χώρες.
02
διαδίδω, κυκλοφορώ
(of news, information, rumors, etc.) to circulate and move from person to person
Dialect
British
Παραδείγματα
The scandalous story about the mayor 's secret affair got about the entire town in no time.
Το σκάνδαλο για τη μυστική σχέση του δημάρχου διαδόθηκε σε όλη την πόλη σε χρόνο μηδέν.



























