Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get about
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
about
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get about
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets about
ενεστώτα μετοχή
getting about
απλός αόριστος
got about
παθητική μετοχή
got about
Παραδείγματα
In retirement, they plan to get about and explore different countries.
Στη συνταξιοδότηση, σχεδιάζουν να κυκλοφορούν και να εξερευνούν διαφορετικές χώρες.
02
διαδίδω, κυκλοφορώ
(of news, information, rumors, etc.) to circulate and move from person to person
Dialect
British
Παραδείγματα
The news of the company's merger got about quickly among employees.
Τα νέα για τη συγχώνευση της εταιρείας διαδόθηκαν γρήγορα μεταξύ των υπαλλήλων.



























