gesticulate
ges
ʤɛs
τζεσ
ti
ˈtɪ
τι
cu
kjʊ
κγου
late
ˌleɪt
λειτ
/d‍ʒɛstˈɪkjʊlˌe‍ɪt/

Ορισμός και σημασία του "gesticulate"στα αγγλικά

to gesticulate
01

χειρονομώ, κάνω νοήματα

to make expressive gestures, especially while speaking, to emphasize or convey meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gesticulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
gesticulates
ενεστώτα μετοχή
gesticulating
απλός αόριστος
gesticulated
παθητική μετοχή
gesticulated
Παραδείγματα
The politician gesticulated throughout the speech, punctuating every point.
Ο πολιτικός χειρονομούσε καθ' όλη τη διάρκεια της ομιλίας, υπογραμμίζοντας κάθε σημείο.

Λεξικό Δέντρο

gesticulating
gesticulation
gesticulate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store