Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gestate
01
κυοφορώ, μεταφέρω ένα αναπτυσσόμενο έμβρυο ή έμβρυο
to carry a developing embryo or fetus inside the uterus of a female mammal until it is ready to be born
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
gestate
γ΄ ενικό πρόσωπο
gestates
ενεστώτα μετοχή
gestating
απλός αόριστος
gestated
παθητική μετοχή
gestated
02
σχεδιάζω, κυοφορώ
have the idea for
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
gestation
gestator
gestate
gest



























