to germinate
ger
ˈʤɜ:
mi
mi
nate
neɪt
neit
geminate

Ορισμός και σημασία του "germinate"στα αγγλικά

to germinate
01

βλαστάνω, φυτρώνω

to start to grow, producing buds or branches 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
germinate
γ΄ ενικό πρόσωπο
germinates
ενεστώτα μετοχή
germinating
απλός αόριστος
germinated
παθητική μετοχή
germinated
Παραδείγματα
After a few days in the moist soil, the seeds began to germinate. 

Μετά από μερικές μέρες στο υγρό έδαφος, οι σπόροι άρχισαν να βλαστάνουν.

02

βλαστάνω, καλλιεργώ

cause to grow or sprout 
03

βλαστάνω, αναπτύσσομαι

work out 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store