Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to germinate
01
βλαστάνω, φυτρώνω
to start to grow, producing buds or branches
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
germinate
γ΄ ενικό πρόσωπο
germinates
ενεστώτα μετοχή
germinating
απλός αόριστος
germinated
παθητική μετοχή
germinated
Παραδείγματα
After a few days in the moist soil, the seeds began to germinate.
Μετά από μερικές μέρες στο υγρό έδαφος, οι σπόροι άρχισαν να βλαστάνουν.
02
βλαστάνω, καλλιεργώ
cause to grow or sprout
03
βλαστάνω, αναπτύσσομαι
work out
Λεξικό Δέντρο
germination
germinate



























