Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to germinate
01
βλαστάνω, φυτρώνω
to start to grow, producing buds or branches
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
germinate
γ΄ ενικό πρόσωπο
germinates
ενεστώτα μετοχή
germinating
απλός αόριστος
germinated
παθητική μετοχή
germinated
Παραδείγματα
With the arrival of spring, the trees started to germinate, displaying their fresh buds.
Με την άφιξη της άνοιξης, τα δέντρα άρχισαν να βλαστάνουν, εμφανίζοντας τα φρέσκα τους μπουμπούκια.
02
βλαστάνω, καλλιεργώ
cause to grow or sprout
03
βλαστάνω, αναπτύσσομαι
work out
Λεξικό Δέντρο
germination
germinate



























