germinate
ger
ˈʤɜr
τζερρ
mi
μα
nate
ˌneɪt
νειτ
/d‍ʒˈɜːmɪnˌe‍ɪt/

Ορισμός και σημασία του "germinate"στα αγγλικά

to germinate
01

βλαστάνω, φυτρώνω

to start to grow, producing buds or branches
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
germinate
γ΄ ενικό πρόσωπο
germinates
ενεστώτα μετοχή
germinating
απλός αόριστος
germinated
παθητική μετοχή
germinated
Παραδείγματα
With the arrival of spring, the trees started to germinate, displaying their fresh buds.
Με την άφιξη της άνοιξης, τα δέντρα άρχισαν να βλαστάνουν, εμφανίζοντας τα φρέσκα τους μπουμπούκια.
02

βλαστάνω, καλλιεργώ

cause to grow or sprout
03

βλαστάνω, αναπτύσσομαι

work out
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store