Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
germane
01
σχετικός, κατάλληλος
having the quality of being closely connected to the subject at hand in a way that is appropriate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most germane
συγκριτικός βαθμός
more germane
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her questions were germane to the discussion about improving team performance.
Οι ερωτήσεις της ήταν σχετικές με τη συζήτηση για τη βελτίωση της απόδοσης της ομάδας.
Λεξικό Δέντρο
germaneness
germane



























