Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anode
01
ανόδος, θετική ηλεκτρόδιο
a positively charged electrode in an electrical device where oxidation occurs, resulting in the release of electrons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anodes
Παραδείγματα
An anode rod is used in water heaters to prevent corrosion of the tank by attracting corrosive elements.
Μια ράβδος ανόδου χρησιμοποιείται σε θερμοσίφωνες για την πρόληψη της διάβρωσης της δεξαμενής με την έλξη διαβρωτικών στοιχείων.
02
ανόδος, αρνητικός ηλεκτρόδος
the negatively charged terminal of a voltaic cell or storage battery that supplies current
Λεξικό Δέντρο
anodal
anodic
anodize
anode



























