Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Annualry
01
παράμεσος, το τρίτο δάχτυλο (ειδικά του αριστερού χεριού)
the third finger (especially of the left hand)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
annualries
Λεξικό Δέντρο
annualry
annual



























