annualry
a
ˈæ
ā
nnual
njuə
nyooē
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "annualry"στα αγγλικά

01

παράμεσος, το τρίτο δάχτυλο (ειδικά του αριστερού χεριού)

the third finger (especially of the left hand) 
annualry definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
annualries

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

annualry
annual
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store