animal skin
a
ˈæ
ā
ni
ni
mal
məl
mēl
skin
skɪn
skin

Ορισμός και σημασία του "animal skin"στα αγγλικά

01

δέρμα ζώου, γούνα ζώου

the outer covering of an animal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
animal skins
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store