Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
genetically
01
γενετικά, με γενετικό τρόπο
in a manner that is related to genetics or genes
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
The disease was found to be genetically inherited, passed down from one generation to the next.
Βρέθηκε ότι η ασθένεια είναι γενετικά κληρονομική, που μεταβιβάζεται από τη μια γενιά στην άλλη.
Λεξικό Δέντρο
genetically
genetical
genetic
gene



























