Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
generative
01
γενετικός, παραγωγικός
capable of producing something else, often in a creative or productive manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most generative
συγκριτικός βαθμός
more generative
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
creativity, production, process
Παραδείγματα
The generative process of brainstorming led to innovative solutions.
Η γεννητική διαδικασία της ομαδικής συζήτησης οδήγησε σε καινοτόμες λύσεις.
02
γεννητικός, παραγωγικός
producing new life or offspring
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
degenerative
generative
gener



























