Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Geisha
01
γκέισα, παραδοσιακή Ιαπωνέζα καλλιτέχνις
a Japanese woman trained to entertain men with conversation and singing and dancing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
geishas
θηλυκό ενικό
geisha
neutral form
entertainer
LanGeek



























