Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gearing
01
μοχλός ταχυτήτων, μηχανισμός μετάδοσης ισχύος
gears, toothed wheels, or mechanical components designed to transmit and control power between rotating shafts in a machine, vehicle, or system
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The bicycle's gearing allows the rider to easily switch between different gear ratios for efficient pedaling on various terrains.
Το σύστημα ταχυτήτων του ποδηλάτου επιτρέπει στον αναβάτη να αλλάζει εύκολα μεταξύ διαφορετικών λόγων ταχυτήτων για αποτελεσματική πετάλισμα σε διάφορα εδάφη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
gearing
gear



























