Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gauche
01
αδέξιος, αγενής
having an awkward or impolite way of behaving due to a lack of social skills or experience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gauche
συγκριτικός βαθμός
more gauche
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The presenter ’s gauche mannerisms were distracting during the conference.
Οι αδέξιες μανιέρες του παρουσιαστή αποσπούσαν την προσοχή κατά τη διάρκεια της διάσκεψης.



























