gauche
gauche
gəʊʃ
gewsh

Ορισμός και σημασία του "gauche"στα αγγλικά

01

αδέξιος, αγενής

having an awkward or impolite way of behaving due to a lack of social skills or experience 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gauche
συγκριτικός βαθμός
more gauche
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His gauche comments at the dinner party made everyone uncomfortable. 

Τα gauche σχόλιά του στο δείπνο έκαναν όλους να νιώθουν άβολα.

Λεξικό Δέντρο

gaucheness
gauche
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store