Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gauche
01
αδέξιος, αγενής
having an awkward or impolite way of behaving due to a lack of social skills or experience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gauche
συγκριτικός βαθμός
more gauche
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His gauche comments at the dinner party made everyone uncomfortable.
Τα gauche σχόλιά του στο δείπνο έκαναν όλους να νιώθουν άβολα.



























