gauche
Pronunciation
/ˈɡoʊʃ/

Ορισμός και σημασία του "gauche"στα αγγλικά

01

αδέξιος, αγενής

having an awkward or impolite way of behaving due to a lack of social skills or experience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gauche
συγκριτικός βαθμός
more gauche
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The presenter ’s gauche mannerisms were distracting during the conference.
Οι αδέξιες μανιέρες του παρουσιαστή αποσπούσαν την προσοχή κατά τη διάρκεια της διάσκεψης.

Λεξικό Δέντρο

gaucheness
gauche
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store