to gasp
gasp
gɑ:sp
gaasp
grasp

Ορισμός και σημασία του "gasp"στα αγγλικά

to gasp
01

λαχανιάζω, φωνάζω

to breathe in sharply with an open mouth, often in response to surprise, pain, or intense emotions 
Intransitive
to gasp definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gasp
γ΄ ενικό πρόσωπο
gasps
ενεστώτα μετοχή
gasping
απλός αόριστος
gasped
παθητική μετοχή
gasped
Παραδείγματα
She gasped in surprise when she saw the unexpected gift. 

Κόπηκε η ανάσα της από την έκπληξη όταν είδε το απροσδόκητο δώρο.

01

λαχάνιασμα, ασθμαίνω

a short labored intake of breath with the mouth open 
gasp definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gasps
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store