Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gasp
01
λαχανιάζω, φωνάζω
to breathe in sharply with an open mouth, often in response to surprise, pain, or intense emotions
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gasp
γ΄ ενικό πρόσωπο
gasps
ενεστώτα μετοχή
gasping
απλός αόριστος
gasped
παθητική μετοχή
gasped
Παραδείγματα
Witnessing the magic trick, the children gasped in amazement.
Παρακολουθώντας το μαγικό τρικ, τα παιδιά κοφτά ανάσαναν από κατάπληξη.
Gasp
01
λαχάνιασμα, ασθμαίνω
a short labored intake of breath with the mouth open
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gasps



























