Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gasoline station
01
βενζινάδικο, σταθμός υγρών καυσίμων
a service station that sells gasoline
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gasoline stations
LanGeek



























