Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gas up
01
γεμίζω βενζίνη, βάζω καύσιμα
fill with gasoline
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
gas
ενεστώτας
gas up
γ΄ ενικό πρόσωπο
gases up
ενεστώτα μετοχή
gassing up
απλός αόριστος
gassed up
παθητική μετοχή
gassed up
02
εξυμνώ, ενθαρρύνω
to praise, hype, or boost someone's confidence
αργκό
Παραδείγματα
Everyone was gassing him up after his amazing presentation.
Όλοι τον επαινούσαν μετά την εκπληκτική του παρουσίαση.



























