Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gas
Παραδείγματα
She felt dizzy after inhaling the toxic gas released from the factory.
Αισθάνθηκε ζάλη μετά από την εισπνοή του τοξικού αερίου που απελευθερώθηκε από το εργοστάσιο.
Παραδείγματα
We had to call the gas company because we smelled a gas leak.
Έπρεπε να καλέσουμε την εταιρεία αερίου γιατί μυρίσαμε διαρροή αερίου.
03
πετάλ γκαζιού, επιταχυντήρας
a pedal that controls the throttle valve
04
αέριο
a fluid in the gaseous state having neither independent shape nor volume and being able to expand indefinitely
05
αέριο, μετεωρισμός
a state of excessive gas in the alimentary canal
to gas
01
επιτίθεμαι με αέριο, εκθέτω σε επιβλαβείς αναθυμιάσεις
to attack or expose someone or something to gas or harmful fumes
Transitive: to gas a person or place
Παραδείγματα
Chemical spills can pose serious risks and potentially gas those in the vicinity.
Οι χημικές διαρροές μπορεί να θέσουν σε σοβαρούς κινδύνους και δυνητικά να αερίσουν όσους βρίσκονται στην περιοχή.
02
καυχιέμαι, επιδείχνω
to talk or chatter in a boastful, exaggerated manner
Intransitive: to gas | to gas about sth
Παραδείγματα
Stop gassing and get to the point already!
Σταμάτα να καυχιέσαι και πήγαινε στο ψητό!
gas
01
φανταστικός, εξαιρετικός
highly enjoyable, entertaining, or excellent
Παραδείγματα
The movie last night was gas; totally worth watching.
Η ταινία χθες το βράδυ ήταν υπέροχη; αξίζει απόλυτα να την δεις.
Λεξικό Δέντρο
gasify
gassy
gas



























