Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Garter
01
ταινία κάλτσας
an elastic band worn around the sock or stocking to keep them from falling
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
garters
to garter
01
ανιχνεύω, ανακαλύπτω
easily seen or detected
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
garter
γ΄ ενικό πρόσωπο
garters
ενεστώτα μετοχή
gartering
απλός αόριστος
gartered
παθητική μετοχή
gartered
02
δένω με μία ταινία, δένω σαν με μία ταινία
fasten with or as if with a garter



























