Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Garrote
01
γαρότα, εργαλείο εκτέλεσης με στραγγαλισμό
an instrument of execution for execution by strangulation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
garrotes
to garrote
01
στραγγαλίζω, σφάζω
to kill someone by tightening a wire around their neck
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
garrote
γ΄ ενικό πρόσωπο
garrotes
ενεστώτα μετοχή
garroting
απλός αόριστος
garroted
παθητική μετοχή
garroted
Παραδείγματα
He was forced to garrote the man after being threatened with his own life.
Αναγκάστηκε να στραγγαλίσει τον άνδρα αφού απειλήθηκε η ίδια του η ζωή.



























